Η απάντηση για τις μελλοντικές πανδημίες βρίσκεται στα… βάθη των ωκεανών

ceb7 ceb1cf80ceaccebdcf84ceb7cf83ceb7 ceb3ceb9ceb1 cf84ceb9cf82 cebcceb5cebbcebbcebfcebdcf84ceb9cebaceadcf82 cf80ceb1cebdceb4ceb7cebc

Ερευνητές από το πανεπιστήμιο του Πλίμουθ υποστηρίζουν ότι η απάντηση για τις μελλοντικές πανδημίες βρίσκεται στα βάθη των ωκεανών – Ωστόσο στέλνουν σήμα κινδύνου για έναν δυνητικό εχθρό: τις υποθαλάσσιες εξορύξεις

Η πανδημία του κορονοϊού που έχει προκαλέσει τον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο έχει στρέψει το ενδιαφέρον των επιστημόνων στην αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα: πού θα βρούμε «όπλα» για να αντιμετωπίσουμε μια επόμενη τέτοια παγκόσμια υγειονομική κρίση από έναν νέο ιό;

Το ερώτημα γίνεται πιο πιεστικό προς απάντηση αν σκεφτεί κανείς ότι η τελευταία «τάξη» αντιβιοτικών εμφανίστηκε πριν από 30 χρόνια στην αγορά και έκτοτε όλα τα νέα φαρμακευτικά σκευάσματα βασικά αποτελούν παραλλαγές του ίδιου μοτίβου: σκοτώνουν τα βακτήρια με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένα στοχεύουν στα κύτταρα και άλλα μπλοκάρουν την αντιγραφή του DNA.

Την ίδια ώρα, όμως, όπως απέδειξε και η κρίση της Covid-19 τα βακτήρια εξελίσσονται για να μπλοκάρουν αυτές τις χημικές επιθέσεις και στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν ορισμένα εξ αυτών μετατρέπονται σε επιθετικούς σούπερ-ιούς. Χωρίς νέα αντιβιοτικά η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι μέχρι το 2050 ο αριθμός των θανάτων από μολύνσεις που δεν αντιμετωπίζονται με τα υπάρχοντα φάρμακα θα φτάσει τα 10 εκατομμύρια τον χρόνο κάνοντας, δηλαδή, τον κορονοϊό να μοιάζει κάτι σχεδόν αστείο.

Η αγωνία αυτή, λοιπόν, έκανε μια ομάδα ερευνητών από το πανεπιστήμιο του Πλίμουθ να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στην κρύα και σκοτεινή άβυσσο του βόρειου Ατλαντικού όπου και εντόπισαν σπόγγους που περιέχουν πανίσχυρα μόρια ικανά να σκοτώσουν τέτοιους σούπερ-ιούς. Επικεφαλής η καθηγήτρια Κέρι Χάουελ η οποία μαζί με τους συναδέλφους της συλλέγει προσεκτικά είδη αυτών των ζώων μεταφέροντας τα στα εργαστήρια ρίχνοντας τα μετά από επεξεργασία στη μάχη κατά των «επίμονων» ιογόνων βακτηρίων. Η ίδια υποστηρίζει ότι έχουν ήδη εντοπίσει καινοτόμα βακτιριδιοκτόνα στοιχεία που γεννούν προσδοκίες.


Όσο πιο βαθιά τόσο πιο πολλές οι ελπίδες

«Ακόμα δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι αυτό που έχουμε ανακαλύψει. Έχουμε στοιχεία που σκοτώνουν βακτήρια τα οποία θέλουμε να εξολοθρεύσουμε και έχουμε μια πρώτη ιδέα ότι αποτελούν νέες χημικές ενώσεις. Είναι νωρίς αλλά τα πράγματα εξελίσσονται γρήγορα» δήλωσε ο επικεφαλής μικροβιολόγος της ομάδας, Ματ Άπτον, ο οποίος ηγείται των δοκιμών στα εργαστήρια του Πλίμουθ.

Η πιθανότητα εντοπισμού ισχυρών και χρήσιμων χημικών ενώσεων αποδεικνύεται ότι είναι υψηλότερη ανάμεσα στα πλάσματα της βαθιάς θάλασσας. Στο παρελθόν έχουν εντοπιστεί εκατοντάδες βιολογικά ενεργές χημικές ενώσεις στα βάθη του ωκεανού, ορισμένες εκ των οποίων ήδη χρησιμοποιούνται ευρέως. Όπως σημειώνεται, μάλιστα, στο σχετικό άρθρο του Guardian, ένζυμα που βρέθηκαν σε βακτήρια που ζουν σε υδροθερμικές αναβλύσεις χρησιμοποιούνται ήδη σε τεστ για τον κορονοϊό.

Παρόλα αυτά η προσπάθεια παρασκευής νέων αντιβιοτικών και ο εντοπισμός μιας αγνώστου αριθμού πλειάδας μορίων από τα οποία θα μπορούσε να ωφεληθεί η επιστήμη θα μπορούσε να αποτελέσει σύντομα παρελθόν αν τα οικοσυστήματα στα βάθη του ωκεανού έρθουν «αντιμέτωπα» με τις εκσκαφές σε μεγάλα βάθη, οι οποίες δυνητικά θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μέσα στην επόμενη διετία.

Η βιομηχανία των εξωρύξεων

«Η μεγάλη ανησυχία που έχουμε όλοι εμείς που ασχολούμαστε με τις έρευνες σε μεγάλα βάθη είναι ότι έχουμε αντιληφθεί πως είναι ελάχιστα αυτά που γνωρίζουμε για αυτές τις περιοχές με αποτέλεσμα να είναι σε εξέλιξη μια κούρσα με την βιομηχανία των εξορύξεων. Κατά τη δική μου άποψη θα έπρεπε να δουλεύει ανάποδα αυτό. Πρώτα θα έπρεπε να καταλάβουμε αυτές τις περιοχές και μετά να εξετάσουμε αν θα έπρεπε να προχωρήσουμε σε εξορύξεις» υποστηρίζει η Χάουελ γνωρίζοντας ότι μετά από 40 χρόνια επιστημονικών ερευνών από τότε που βρέθηκαν αυτές οι ρωγμές στον πάτο του ωκεανού και επιβιώνουν σε ένα τοξικό περιβάλλον, είναι λίγα αυτά που έχει καταστεί δυνατό να αξιοποιηθούν από αυτές.

Μια από τις περιοχές που «έχει μπει στο μάτι» της βιομηχανίας των εξορύξεων είναι αυτή της αβύσσου στον νοτιοανατολικό Ατλαντικό εκεί, δηλαδή, όπου ετοιμάζεται για την επόμενη εξόρμησή της η ομάδα της Χάουελ σε συνεργασία με συναδέλφους της από την Νότια Αφρική. «Είναι ένα από τα λιγότερο εξερευνημένα μέρη στον πλανήτη. Υπάρχουν ελάχιστα δεδομένα για τη συγκεκριμένη περιοχή» εξηγεί η Βρετανίδα επιστήμονας.

Ocean Hub Fish

Στόχος της εξόρμησης θα είναι η προσέγγιση μιας υποθαλάσσιας «οροσειράς» που βρίσκεται εκτείνεται σε μήκος περίπου 2.000 μιλίων κάτω ανάμεσα στο νησί Τρίσταν ντα Κούντα και τη Ναμίμπια. Η ίδια περιοχή, όμως, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τους ανασκαφείς που πιστεύουν ότι η συγκεκριμένη υποθαλάσσια έκταση είναι πλούσια σε μέταλλα όπως το κοβάλτιο.

One Ocean Hub

«Εμείς αυτό που θέλουμε είναι να μάθουμε περισσότερα για αυτές τις περιοχές, τα είδη που επιβιώνουν εκεί αλλά και το τι θα μπορούσαν να προσφέρουν στους ανθρώπους για παράδειγμα όσον αφορά την πιθανή βιοϊατρική αξία τους» εξηγεί η Χάουελ. Το ταξίδι της ομάδας της, όμως, αρχικά καθυστέρησε λόγω του κορονοϊού και στη συνέχεια ακυρώθηκε λόγω των περικοπών στα κονδύλια του οργανισμού UKRI που στηρίζει την προσπάθεια αλλά χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση. Το συνολικό πενταετές πρόγραμμα με τίτλο One Ocean Hub αναζητά τρόπους αξιοποίησης των χαρακτηριστικών των ωκεανών.

Αυτό που επιδιώκεται από την συνεργασία δεκάδων οργανισμών σε όλο τον κόσμο είναι να υπάρξει αντιπαραβολή των κερδοφόρων δραστηριοτήτων στους ωκεανούς, όπως οι εξορύξεις, με τα λιγότερο απτά οφέλη όπως η απόμονωση άνθρακα και ο εντοπισμός του κρυφού αποθέματος δυνητικά νέων φαρμάκων. Οικονομολόγοι θα προσπαθήσουν να «τρέξουν» μοντέλα ώστε να προβάλουν πώς θα μπορούσαν να συνυπάρξουν τα πλούτη σε μέταλλα και τα κρυμμένα οφέλη χωρίς το ένα να βάζει σε κίνδυνο το άλλο.

Έρευνες έχουν εντοπίσει ότι έως και τα ¾ των σπόγγων και των κοραλλιών που βρίσκονται στα βάθη του ωκεανού περιέχουν δυνητικά χρήσιμες χημικές ενώσεις. Τα όντα αυτά συχνά μοιάζουν με δέντρα, λουλούδια ή μπάλες από τυρί σε ξυλαράκια.

Ocean Hub

«Δεν μπορούν να τρέξουν οπότε χρειάζεται να βρουν τρόπους για να προστατέψουν τους εαυτούς τους και συχνά αυτοί είναι χημικής φύσεως» εξηγεί η καθηγήτρια Μικροβιολογίας από τη Νότια Αφρική και επιστημονική συνεργάτης στο One Ocean Hub, Ρόζμαρι Ντόρινγκτον.

Αρκετές από αυτές τις χημικές άμυνες είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης «κοινοτήτων» μικροβίων που ζουν μέσα σε κοράλλια ή σπόγγους, όντα τα οποία η Ντόρινγκτον παρομοιάζει με το ανθρώπινο πεπτικό σύστημα. Όπως λέει χαρακτηριστικά η ίδια «μπορούν να ζουν έως και 1.000 διαφορετικά είδη βακτηρίων σε έναν σπόγγο».

O δεύτερος μεγάλος φόβος

Σε αντίθεση με τις εξορύξεις, επιστημονικές αποστολές όπως αυτές που διοργανώνει η ομάδα της Χάουελ έχουν ελάχιστη επίπτωση στα οικοσυστήματα του βυθού καθώς χρησιμοποιούνται ρομποτικά υποβρύχια τα οποία οι επιστήμονες χρησιμοποιούν ως τα χέρια και τα μάτια τους σε μεγάλα βάθη. Και οι επιστήμονες χρειάζονται πλέον μόνο ένα δείγμα κάθε είδους ενώ παλαιότερα, όπως εξηγεί η Ντόρινγκτον, «θα χρειαζόμασταν κιλά επί κιλών για να βγάλουμε μικρογραμμάρια μιας χημικής ουσίας ενώ τώρα μπορούμε να την εντοπίσουμε σε μικρά κομμάτια».

Αντίθετα, λένε οι επιστήμονες του One Ocean Hub, το πιθανό «αποτύπωμα» της εξορυκτικής διαδικασίας θα είναι τρομακτικού μεγέθους καθώς σε αντίθεση με τα ρομποτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση ενός μικρού δείγματος, τα ρομπότ εξορύξεων θα ξύσουν τις κορυφές τεράστιων υποθαλάσσιων εκτάσεων για να συγκεντρώσουν ό,τι χρειάζεται καταστρέφοντας τις δυνητικά επωφελείς για τον άνθρωπο υποθαλάσσιες «καμινάδες».

Μια τέτοια καταστροφή, λένε, θα μπορούσε να αποτελέσει μεγάλο κίνδυνο για όντα που ζουν γύρω από τέτοιες «καμινάδες» καθώς έχουν μικρό γεωγραφικό εύρος ζωής. Ήδη, μάλιστα, ορισμένα είδη σαλιγκαριών έχουν ταξινομηθεί ως είδη προς εξαφάνιση καθώς οι δύο από τις τρεις γνωστές αποικίες τους έχουν εντοπιστεί σε περιοχές του Ινδικού Ωκεανού όπου έχουν εκδοθεί άδειες για υποθαλάσσιες εξορύξεις σε μεγάλα βάθη επιτρέποντας σε εταιρείες να ξεκινήσουν τις πρώτες δοκιμές.

Όπως εξομολογείται η Ντόρινγκτον ο δεύτερος μεγαλύτερος κίνδυνος από τις εξορύξεις είναι η μόλυνση ευαίσθητων ζωικών κοινοτήτων όπως τα μικρόβια για τις οποίες απαιτήθηκαν εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης. «Θα είναι ακριβώς σαν να πηγαίνουμε στον Άρη. Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί στο τί φέρουμε μαζί μας» καταλήγει η ίδια.

Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newsbomb.gr.

ΠΗΓΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *