Ο Νίκος Πορτοκάλογλου στο CNN Greece: Το Μουσικό Κουτί, η επαναστατική πράξη και οι σκοτεινές εποχές

Περισσότερα… ΠΗΓΗ…

cebf cebdceafcebacebfcf82 cf80cebfcf81cf84cebfcebaceaccebbcebfceb3cebbcebfcf85 cf83cf84cebf cnn greece cf84cebf cebccebfcf85cf83ceb9ceba
facebooknikos portokaloglou

Ο Νίκος Πορτοκολάγλου μιλάει στο CNN Greece.

Ο Νίκος Πορτοκάλογλου μετράει 40 χρόνια μουσικής πορείας, δεκάδες σπουδαία τραγούδια, σημαντικές συνεργασίες και μια από τις ωραιότερες και πιο προσεγμένες μουσικές εκπομπές που έχουμε δει στην τηλεόραση των τελευταίων χρόνων.

Αυτό τον καιρό έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε δύο ολοκαίνουρια τραγούδια του, προάγγελοι του νέου άλμπουμ που ετοιμάζει, ενώ από αύριο Σάββατο 11 Δεκεμβρίου (και κάθε Σάββατο), ξεκινάει τις χειμερινές του παραστάσεις στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο.

Σε ένα μικρό διάλειμμα από γυρίσματα, πρόβες και ηχογραφήσεις, ο ταλαντούχος τραγουδοποιός άνοιξε στο CNN.gr το δικό του Μουσικό Κουτί και μοιράστηκε σκέψεις και ιστορίες από την πορεία, τη ζωή και τη μουσική του.

Θα ξεκινήσω την κουβέντα μας με το βιντεοκλίπ του καινούριου σας τραγουδιού, «Ένα φως αναμμένο», καθώς τα πλάνα είναι από το σπίτι σας στο Πήλιο και τα έχετε τραβήξει ο ίδιος με το κινητό σας.

«Ακριβώς. Έκανα το ντεμπούτο μου ως σκηνοθέτης (γέλια). Τελευταία δοκιμάζω διάφορες νέες τέχνες και διάφορα νέα επαγγέλματα, όπως του δημιουργού μιας τηλεοπτικής εκπομπής και του παρουσιαστή. Τώρα έκανα και τον σκηνοθέτη στο βιντεοκλίπ. Εντάξει, πλάκα κάνω.

Ήταν μια ανάγκη που ένιωσα το καλοκαίρι που ήμουν στο Πήλιο, Σκεφτόμουν τι ωραία που θα ήταν να ερχόταν ένας φίλος κάμεραμαν, σκηνοθέτης ή φωτογράφος και να τραβούσε όλες αυτές τις μαγικές εικόνες που έβλεπα. Και μετά λέω, εφόσον δεν έρχεται κάποιος, δεν το κάνω εγώ με το τηλέφωνό μου; Επειδή είχα στο μυαλό μου το τραγούδι και την εικονογράφησή του. Οπότε έκανα τα πλάνα μόνος μου.

Πάντα είχα μια ιδιαίτερη αγάπη για τη φωτογραφία και πάντα τραβάω φωτογραφίες για τη δική μου ευχαρίστηση. Αφού τράβηξα τα πλάνα, τα έδωσα στους τεχνικούς της Foss Productions, που είναι η εταιρεία που κάνει και την παραγωγή της εκπομπής “Μουσικό Κουτί”. Βγήκε λοιπόν αυτό το αποτέλεσμα που το χαίρομαι και μου αρέσει πολύ».

Το Πήλιο θα λέγαμε ότι είναι το ησυχαστήριο σας;

«Σίγουρα. Κάθε φορά που πηγαίνω, λέω στους φίλους μου πάω για “Πηλιοθεραπεία” (γέλια). Με συνδέουν πολλά με τον τόπο. Καταρχάς, έχω γεννηθεί στον Βόλο. Βέβαια, φύγαμε όταν ήμουν πολύ μικρός, και μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη. Αλλά πάντα αισθανόμουν τον Βόλο σαν πατρίδα μου. Μετά μου προέκυψε και ότι η γυναίκα της ζωής μου, η Μαρίνα, έχει καταγωγή από το χωριό Μούρεσι. Υπήρχε εκεί το σπίτι του παππού και του προπάππου της, οπότε αρχίσαμε από πολύ νωρίς να πηγαίνουμε στο συγκεκριμένο χωριό και να έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σύνδεση με αυτό τον τόπο. Αργότερα φτιάξαμε ένα δικό μας σπίτι όπου πηγαίνουμε όσο πιο συχνά μπορούμε».

Τόσο το «Ένα φως αναμμένο» όσο και το «Πες μου ένα νέο καλό» που είχε κυκλοφορήσει πριν λίγο καιρό, χαρακατηρίζονται από αισιοδοξία.

«Ναι και μάλιστα μου το λένε από παλιά για τα τραγούδια μου. Γενικώς η δουλειά μου βγάζει μια αισιοδοξία. Η αλήθεια είναι ότι έχω αυτό το χαρακτηριστικό ως άνθρωπος παρόλο που έχω και τη “σκοτεινή” πλευρά, όπως όλοι μας, την πιο μελαγχολική. Έχω περάσει και εποχές πιο “σκοτεινές”. Το παράδοξο είναι το εξής: κάποια από τα πιο αισιόδοξα τραγούδια μου τα έγραψα σε πιο “σκοτεινές” εποχές. Δεν το έχω εξηγήσει και πολύ αναλυτικά, ούτε έχω τη μανία να εξηγώ τη δουλειά μου. Εγώ χαίρομαι όταν στα τραγούδια μου βγαίνουν πράγματα που τα αγνοώ και εγώ ο ίδιος. Σημαίνει ότι βγαίνουν από ένα βαθύτερο κομμάτι του εαυτού μου και όχι από το μυαλό και από τις απόψεις μου.

Νομίζω λοιπόν ότι σε αυτές τις “σκοτεινές” περιόδους έχω τη βαθιά ανάγκη να γράψω κάτι αισιόδοξο πρώτα απ’ όλα για να τονώσω και να ανεβάσω τον εαυτό μου και φυσικά και τους άλλους. Βγαίνουν δηλαδή αυτά τα τραγούδια σαν ένα είδος ευχής για αυτό που ελπίζω ή που θα ήθελα πολύ να έρθει».

Λειτουργούν λοιπόν σαν ένα είδος ψυχοθεραπείας και διεξόδου.

«Φυσικά. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να το καταλάβω. Στην αρχή όταν πρωτοέπιασα την κιθάρα αισθανόμουν έναν ενθουσιασμό και ένα πάθος για τη μουσική, να προσπαθήσω να μοιάσω κάπως σε όλους αυτούς που θαύμαζα, Έλληνες και ξένους. Αυτό ήταν στην αρχή το κίνητρό μου. Αλλά καθώς περνούσαν τα χρόνια, καταλάβαινα ότι ήταν μια βαθιά ανάγκη μου, ήθελα να βρω έναν τρόπο θεραπείας.

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι και σε μια πολύ ζεστή οικογένεια, με πολύ καλούς γονείς οι οποίοι όμως είχαν δυσκολίες από πολύ νωρίς. Η μητέρα μου αρρώστησε όταν ήμουν 10 ετών, αργότερα πέρασε μια μεγάλη περιπέτεια υγείας ο πατέρας μου, με αποτέλεσμα αυτά τα πολύ ευαίσθητα χρόνια από τα 10 μου και σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας να ζω μέσα σε ένα σπίτι που υπήρχε μεγάλο βάρος και αγωνία θανάτου. Οπότε αρπάχτηκα από τη μουσική σαν μια σανίδα σωτηρίας.

Επίσης να πω ότι τα χρόνια εκείνα, που πήγαινα στο γυμνάσιο, κατά τη διάρκεια της χούντας, ήταν “σκοτεινά” χρόνια από άποψη γενικότερη. Το κοινωνικό περιβάλλον ήταν “σκοτεινό”, αυταρχικό και πολύ δυσάρεστο. Οπότε η μουσική, όταν άρχισα να την ανακαλύπτω γύρω στα 12, τότε που ο αδερφός μου άρχισε να φέρνει κάποιους δίσκους στο σπίτι, ήταν ξαφνικά για εμένα ένα παράθυρο στο φως και στον μεγάλο ελεύθερο κόσμο. Πέρα από τη μιζέρια και τη μαυρίλα που υπήρχε στη μικρή μας χώρα.

Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι η μουσική λειτουργεί για εμένα πολύ εξισορροπητικά και το να γράφω τραγούδια από πολύ μικρός ήταν ένας τρόπος να εξομολογούμαι, να εκτονώνομαι και να βγαίνω από καβούκι μου, δηλαδή να προσπαθώ να μοιραστώ με τους άλλους, όλα αυτά που με καίγανε».

Είναι λοιπόν βιωματικά τα τραγούδια που έχετε γράψει.

«Μόνο βιωματικά ναι. Δεν ξέρω άλλο τρόπο να γράφω».

Θα λέγαμε λοιπόν ότι τα τραγούδια που έχετε γράψει είναι το σάουντρακ της ζωής σας.

«Ναι φυσικά, και νομίζω ότι αυτό ισχύει για όλους τους τραγουδοποιούς. Τα τραγούδια τους είναι το ημερολόγιό τους. Είναι ακριβώς αυτό που είπατε: το σάουντρακ μιας ζωής με όλες τις περιπέτειες, με όλες τις ανηφόρες και τις κατηφόρες που μπορεί να έχει».

Αν διαλέγαμε το τραγούδι της ζωής σας από την περίοδο των Φατμέ και ακόμα ένα από την προσωπική σας πορεία, ποια θα ήταν αυτά;

«Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό πάντα είναι “Το Ταξίδι”, ένα νεανικό μου τραγούδι που έγραψα γύρω στα 27-28 αλλά αισθάνομαι ακόμα ότι μιλάει για όλη αυτή την περιπέτεια της διαδρομής με ένα τρόπο που με καλύπτει και τώρα, μετά από τόσα χρόνια. Η δεύτερη περίοδος είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των Φατμέ, γιατί ξέρετε μέσα στο 2022 κλείνω 40 χρόνια από τον πρώτο δίσκο των Φατμέ. Οι Φατμέ είχαν μια διάρκεια χοντρικά 10 χρόνων. Μετά ακολούθησαν άλλες τρεις δεκαετίες προσωπικής πορείας. Από αυτή την πορεία θα μπορούσα να πω το τελευταίο τραγούδι, το “Ένα φως αναμμένο”. Αλλά το πιο περιεκτικό τραγούδι αυτής της εποχής είναι “Τα Καράβια μου Καίω”».

Ωστόσο, εξακολουθείτε να λειτουργείτε ως μέλος ενός γκρουπ.

«Ακριβώς. Ίσως φταίει ότι τα πρώτα πράγματα που άκουσα και με καθόρισαν για πάντα, ήταν συγκροτήματα και συγκεκριμένα ένα συγκρότημα. Οι Beatles περισσότερο από όλους. Αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι ας πούμε το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι της προσωπικής μου μυθολογίας. Ένα συγκρότημα, τέσσερις φίλοι από μια εργατική γειτονιά στο Λίβερπουλ. Αυτή λοιπόν η μαγεία της παρέας, της ομάδας που ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, με μάγεψε για πάντα και με καθόρισε.

Παρόλο που στην παρέα δυστυχώς μόνο εγώ έγραφα τραγούδια, ήθελα να ξεκινήσω με ένα γκρουπ, έχοντας το όνειρο αυτό, να κάνουμε κάτι παρόμοιο ας πούμε, στα δικά μας μέτρα. Παρόμοιο με αυτό που θαύμαζα στους Beatles. Και αργότερα όταν διαλύθηκε το γκρουπ, γιατί τα συγκροτήματα δεν μπορούν να κρατήσουν για πάντα, έφτιαχνα πάντα ομάδες που ενώ στην αρχή τα μέλη ήταν συνομήλικοί μου, τώρα έχω φτάσει να έχω μπάντες με μουσικούς που είναι στην ηλικία των παιδιών μου. Και στο Μουσικό Κουτί αλλά και στη δική μου μπάντα. Η μουσική μας κάνει όλους συνομήλικους, έτσι εξακολουθώ να αισθάνομαι ότι είμαι ένα από τα παιδιά της μπάντας. Νομίζω ότι όταν είμαστε πάνω στη σκηνή έτσι αισθάνονται και οι άλλοι. Όταν παίζεις μουσική, όλα γεφυρώνονται, φυσικά και οι ηλικίες. Εδώ γεφυρώνονται τόσα άλλα, ιδεολογικές διαφορές, διαφωνίες, όλα. Αυτό είναι το μεγαλείο της μουσικής και αυτό που προσπάθησα να αναδείξω και μέσα από το Μουσικό Κουτί».

Θυμάστε ποιο ήταν το πρώτο δισκάκι που πιάσατε στα χέρια σας;

«Στο σπίτι υπήρχαν δίσκοι των γονιών μας, θυμάμαι της Νάνας Μούσχουρη, ένα Best του Σινάτρα, αλλά και Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, κάποια λαϊκά. Αλλά το πρώτο που με συγκλόνισε ήταν ο δίσκος που έφερε ο αδερφός μου, το “White Album” των Beatles. Ένας διπλός κατάλευκος δίσκος. Ένας “Κήπος της Εδέμ” ήταν αυτός ο δίσκος, που τα περιείχε όλα. Ήταν το πιο πολυσυλλεκτικό, το πιο τρελό, το πιο επαναστατικό άλμπουμ τους».

Ποιος ακούει πρώτος τα τραγούδια που γράφετε;

«Η οικογένειά μου. Η γυναίκα μου ή τα παιδιά μου, ανάλογα ποιος θα τύχει να είναι εκεί τη στιγμή που γράφω».

Έχουν απορρίψει τραγούδια;

«Ναι, γίνονται διάφορες συζητήσεις. Με τη γυναίκα μου συζητάω πολύ ειδικά όταν είμαι στη φάση της δημιουργίας και αισθάνομαι ότι έχω μπλοκάρει ή ότι έχει θολώσει το μυαλό μου και δεν έχω καθαρή κρίση. Όταν κάνω μια ακρόαση μαζί της με βοηθάει πάρα πολύ να ξεκαθαρίσω τι μου αρέσει τελικά και τι όχι. Και μόνο που είναι δίπλα μου και ακούμε μαζί, όλα ξεκαθαρίζουν και καταλαβαίνω που βρίσκομαι. Και όσον αφορά τη μουσική αλλά και προπαντός όσον αφορά τους στίχους».

Ο γιος σας πρόκειται να ασχοληθεί με τη μουσική. Σας περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να τον συγκρίνουν μαζί σας;

«Φυσικά μου περνάει, αλλά δεν θέλω αυτό να είναι εμπόδιο για εκείνον. Εγώ δεν είχα αυτή τη “δυσκολία”, είχα άλλη όμως. Οι γονείς μου είχαν τρομοκρατηθεί με την ιδέα ότι μπορεί να γίνω μουσικός. Και ούτε μπορούσαν να με βοηθήσουν σε κάτι, μάλιστα στην αρχή προσπαθούσαν να με αποτρέψουν γιατί φοβόντουσαν ότι η ζωή μου θα ήταν πολύ δύσκολη με αυτό το επάγγελμα. Ο γιος μου δεν είχε αυτό το πρόβλημα, μας είχε στο πλευρό του σε ό,τι και αν αποφάσιζε να κάνει. Τώρα αν υπάρχει και μια σύγκριση με τον πατέρα του, θα το διαχειριστεί και θα το ξεπεράσει με τη δουλειά του και με το ταλέντο του».

Σε όλη αυτή τη διαδρομή των τεσσάρων δεκαετιών είχατε σκεφτεί να τα παρατήσετε;

«Ναι, το είχα σκεφτεί. Ήταν στην πρώτη περίοδο που διαλύθηκαν οι Φατμέ, ήταν μια δύσκολη φάση. Τότε πέρασα μια φάση απογοήτευσης, ένιωσα πως έχασα τον δρόμο μου, το νόημα σε όλο αυτό που έκανα και σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να τα παρατήσω. Ένα τραγούδι με έσωσε από αυτό. “Τα Καράβια Μου Καίω”. Αυτό το τραγούδι κυριολεκτικά ανέβλυσε από μέσα μου και μου έδωσε την απάντηση, ότι “δεν έχεις να πας πουθενά, εδώ θα μείνεις και θα το παλέψεις”».

Όσο μεγαλώνετε θεωρείτε ότι επιστρέφετε πίσω στις ρίζες σας;

«Ναι ισχύει αυτό, υπάρχει η ανάγκη. Δεν είναι απόφαση, είναι κάτι που έρχεται από μέσα μου σαν ανάγκη. Δηλαδή έτσι έκανα και τον δίσκο πριν 5-6 χρόνια με τις διασκευές σε παραδοσιακά, παλιά λαϊκά και τραγούδια που αγαπάω που είναι οι ρίζες μου. Ταυτόχρονα όμως δεν γυρίζω σε αυτές με έναν τρόπο νοσταλγικό, δηλαδή να παίξω τα τραγούδια του Τσιτσάνη ή του Τούντα με τον τρόπο που τα έπαιζαν τότε επειδή αυτό είναι το σωστό, το αυθεντικό κλπ. Όσο είναι ρίζες μου αυτά τα παλιά τραγούδια άλλο τόσο είναι και τα ροκ, τα blues και η ηλεκτρική κιθάρα που εξακολουθώ να αγαπάω. Οπότε προσέγγισα αυτά τα τραγούδια με έναν ήχο σημερινό. Και αυτό κάνω και στις συναυλίες και στην εκπομπή. Επίσης το ότι κοιτάω πίσω στις ρίζες δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δεν κοιτάω και μπροστά ή πως δεν επηρεάζομαι και δεν παίρνω πράγματα από σημερινές μουσικές».

Ποια είναι η πιο επαναστατική, η πιο προοδευτική πράξη που έχει κάνει ο Νίκος Πορτοκάλογλου;

«Ότι έγινα μουσικός. Σε μια εποχή που όλα και όλοι μου έλεγαν να μην το κάνω. Και η δεύτερη που μου ήρθε είναι ότι έκανα τηλεόραση».

Στις 11 Δεκεμβρίου ξεκινάτε στο Γυάλινο με τη μουσική παράσταση «Ένα φως αναμμένο».

«Αυτή η παράσταση έρχεται λίγο σαν συνέχεια της προηγούμενης παράστασης που είχε τίτλο Juke Box και η οποία ήταν πηγή έμπνευσης για εμένα και για την εκπομπή. Τώρα το Ένα φως αναμμένο έρχεται ως συνέχεια και των δύο προηγούμενων κύκλων. Και του Juke Box και της εκπομπής. Έχω μαζί την Βίκυ Καρατζόγλου η οποία είναι μια φωνή που έχω ξεχωρίσει και αγαπάω ιδιαίτερα. Τη γνώρισα καλύτερα ως καλεσμένη στο Μουσικό Κουτί και από τότε την είχα στο μυαλό μου. Μαζί μου είναι και ο Βύρων Τσουράπης, σταθερός συνεργάτης μου τα τελευταία πέντε χρόνια. Και μια μπάντα που έχει εμπλουτιστεί με δύο πνευστά αυτή τη φορά και με μουσικούς που είναι πολυοργανίστες. Το πρόγραμμα στηρίζεται στα δικά μου τραγούδια και στα τραγούδια της Βίκυς και του Βύρωνα, αλλά υπάρχει έντονα και η παρουσία των τραγουδιών που μας μεγάλωσαν. Συνδυάζω τα ασυνδύαστα με τον τρόπο που το κάνω και στο Μουσικό Κουτί».

Υπήρχε σκέψη να συνεργαστείτε και με τη Ρένα Μόρφη επί σκηνής;

«Ναι, υπήρχε και υπάρχει η ιδέα, απλώς σε αυτή τη φάση είχε ο καθένας δικά του πράγματα που ήθελε να κάνει. Η Ρένα ας πούμε είχε και δύο χρόνια να παίξει λόγω των lockdowns και της εγκυμοσύνης. Οπότε είχε την ανάγκη να κάνει κάτι προσωπικό δικό της και να μετρήσει τις δυνάμεις της, να σταθεί στα πόδια της. Έτσι έκανε αυτή την πολύ ωραία παράσταση στον Σταυρό του Νότου. Δεν αποκλείεται όμως στο μέλλον να κάνουμε κάτι μαζί».

Μετά από δύο σεζόν καραντίνας, οι καλλιτέχνες έχουν επιστρέψει σε κανονικούς ρυθμούς;

«Όχι ακόμα. Το καλοκαίρι λίγο ξεθαρρέψαμε αλλά πάλι τα πράγματα είναι δύσκολα τώρα το χειμώνα με την έξαρση των κρουσμάτων και δυσκολευόμαστε πολύ. Πολλά μαγαζιά δεν άνοιξαν, άλλα άνοιξαν αλλά ο κόσμος φοβάται. Είναι μια εποχή πολύ παράξενη. Στο Γυάλινο οι πάντες θα είναι εμβολιασμένοι, το προσωπικό και ο κόσμος που θα μπαίνει μόνο με πιστοποιητικό. Ελπίζω να πάμε καλά και σιγά σιγά να ξεφουσκώσει όλο αυτό το πράγμα και να βγούμε από αυτό το τούνελ».

Και να σταματήσει ο διαχωρισμός και ο διχασμός.

«Πιστεύω ότι το έχουμε μεγαλοποιήσει λίγο. Νομίζω ότι δεν είναι διχασμός, αλλά κάποιοι άνθρωποι που επιμένουν με πείσμα ενάντια στον εμβολιασμό οι οποίοι είναι μειοψηφία. Απλώς κάνουν περισσότερη φασαρία.

Εγώ έχω μάθει στη ζωή μου για τα πράγματα που δεν γνωρίζω να ρωτάω τους ειδικούς και να τους εμπιστεύομαι, αλλιώς θα τρελαθούμε. Άμα ο καθένας έχει άποψη για τα πάντα ή αν πιστεύουμε τον καθένα που γράφει ό,τι του κατέβει στο ίντερνετ, δεν θα βγάλουμε άκρη. Εγώ ρώτησα δυο γιατρούς που εμπιστεύομαι, μου είπαν από την πρώτη στιγμή ότι πρέπει να εμβολιαστώ και τελείωσε για εμένα το θέμα».

Όσον αφορά τα δισκογραφικά σας σχέδια, θα υπάρξει νέο άλμπουμ;

«Ναι, αυτά τα δύο τραγούδια που κυκλοφόρησαν είναι μέρος ενός άλμπουμ. Ξεκίνησα να το ηχογραφώ στην πρώτη καραντίνα και είχα την ελπίδα ότι θα καταφέρω να το βγάλω πολύ γρήγορα, αλλά στο μεταξύ μεσολάβησε η εκπομπή που ήταν πολύ σκληρή δουλειά επτά μέρες την εβδομάδα και έμεινε πίσω το άλμπουμ. Μόλις έβρισκα λίγο χρόνο, κατόρθωνα να ολοκληρώσω ένα τραγούδι και για αυτό τα βγάζω ένα-ένα τώρα. Ελπίζω μέσα στον επόμενο χρόνο να καταφέρω να το ολοκληρώσω.

Μουσικό Κουτί

Το Μουσικο Κουτί που παρουσιάζετε με τη Ρένα Μόρφη, είναι ομολογουμένως μια από τις καλύτερες μουσικές εκπομπές που έχουμε δει στην ελληνική τηλεόραση. Μεταξύ άλλων, έχουμε την ευκαιρία να ανακαλύπτουμε νέους καλλιτέχνες που διαφορετικά θα ήταν «άστεγοι» τηλεοπτικά.

«Όπως επίσης έχω τη χαρά να έρχονται και παλαιότεροι καλλιτέχνες οι οποίοι δεν βγαίνουν ποτέ στην τηλεόραση.

Αυτή η εκπομπή είναι μια συναρπαστική περιπέτεια για εμένα. Ξεκίνησε με μια πρόταση του Κωνσταντίνου Ζούλα μόλις ανέλαβε την ΕΡΤ. Μου είπε “θέλω να κάνεις μια μουσική εκπομπή”. Του απάντησα ότι “εγώ δεν έχω σχέση με τηλεόραση, άσε με να κάνω τα δικά μου, θέλω να κάνω δίσκο, θέλω να κάνω συναυλίες”. Ο Κωνσταντίνος όμως είναι πολύ επίμονος άνθρωπος και είχε στο μυαλό του από την αρχή ότι μπορώ να κάνω μια καλή εκπομπή, πριν τη φτιάξω. Ο τίτλος της εκπομπής ήταν δική του ιδέα.

Ξέρετε, επειδή αντιπαθώ τις ξεπατικωτούρες, δεν θα ήθελα να πάρω ένα ξένο φορμάτ και να το μεταποιήσω, ήθελα να φτιάξω κάτι δικό μου. Κάτι στο οποίο θα αισθανόμουν κι εγώ άνετα επειδή δεν είμαι άνθρωπος της τηλεόρασης. Δεν θα ήθελα να μπω σε κάποιο ρόλο. Ήθελα να φτιάξω ένα περιβάλλον ώστε να αισθάνομαι ότι είμαι ο εαυτός μου, τίποτα άλλο. Οπότε εξαρχής σκέφτηκα ότι το σκηνικό θέλω να είναι ένα ζεστό σπίτι, με καναπέδες. Να είναι δηλαδή μια πιστή απεικόνιση της δικής μου ζωής που βρισκόμαστε στα σπίτια με τους φίλους, στους καναπέδες, μιλάμε και κάποια στιγμή όταν μας έρθει η όρεξη και το κέφι τραγουδάμε και κάποιο τραγούδι. Έτσι οραματίστηκα το πρώτο μέρος της εκπομπής σαν κουβέντα φιλική, βιωματική και με τα τραγούδια των καλεσμένων».

Το Μουσικό Κουτί είναι μια εκπομπή που ο Νίκος Πορτοκάλογλου θα πήγαινε καλεσμένος.

«Ναι, αυτό που λέτε ήταν το πρώτο μου σκεπτικό και που με οδήγησε να δημιουργήσω αυτή την εκπομπή. Δηλαδή σε ποια εκπομπή θα ήθελα να πάω εγώ ως καλεσμένος. Ήταν ο οδηγός για εμένα για να φτιάξω αυτό το φορμάτ.

Για το δεύτερο μέρος στηρίχτηκα στην παράσταση Juke Box και το ονόμασα έτσι. Και με το κέρμα ως εύρημα οι καλεσμένοι αποκαλύπτουν τις ρίζες τους, τις επιρροές τους και τις μεγάλες αγάπες τους. Πολλές φορές τραγουδάνε και απρόσμενα τραγούδια.

Το άλλο βασικό κομμάτι που ήθελα να υπάρχει οπωσδήποτε είναι οι “Εξερευνήσεις” και εκεί απευθύνθηκα στον Πάνο Σουρούνη που ξέρω ότι χρόνια τώρα ψάχνει νέους καλλιτέχνες, νέα συγκροτήματα κλπ. Του ζήτησα να αναλάβει αυτό το βίντεο με τα νέα πρόσωπα, τους νέους τραγουδοποιούς. Ήθελα να εστιάσω κυρίως στους δημιουργούς γιατί πιστεύω ότι αυτό είναι που μας λείπει περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Να μας παρουσιάσουν τα τραγούδια του μέλλοντος μας.

Και το τελευταίο στοιχείο της εκπομπής είναι το προσωπικό και αγαπημένο μου παιχνίδι που είναι η έναρξη. Συνδυάζω δύο τρία ελληνικά ή ξένα τραγούδια σε ένα μείγμα το οποίο καταλήγει να είναι ένα ενιαίο τραγούδι. Αυτό δίνει και το στίγμα της εκπομπής και το μοιραζόμαστε με τη Ρένα.

Αυτό ήταν το όραμά μου. Η ευτυχής συγκυρία ήταν ότι βρήκα τους κατάλληλους ανθρώπους για να υλοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο. Ήθελα να έχω δίπλα μου μια εκπρόσωπο της νέας γενιάς και η Ρένα Μόρφη ήταν το κατάλληλο πρόσωπο. Είναι εξαιρετική τραγουδίστρια, πολύ λαμπερή, όμορφη, έξυπνη και με χιούμορ και δέσαμε πολύ εύκολα. Και η άλλη ευτυχής συγκυρία ήταν η εξαιρετική μπάντα και ο μαέστρος μας με τον οποίο συνεργαζόμαστε στενά. Είναι μια ευτυχής συνάντηση ανθρώπων. Ο Ορέστης Φαληρέας που κάνει τη μίξη του ήχου είναι σαν να κάνει έναν ολόκληρο δίσκο κάθε εβδομάδα. Μιξάρει από την αρχή όλη τη μουσική.

Πολλές φορές μπορεί να οραματιστείς κάτι και στην πράξη να μη σου βγει ή να δουλέψεις πολύ σκληρά για κάτι και στο τέλος να είναι αποτυχία. Εδώ όμως με ένα μαγικό τρόπο έδεσαν όλα και κυλάνε με έναν αβίαστο και αρμονικό τρόπο. Αυτή η δουλειά είναι τόσο απαιτητική και τόσο εξαντλητική για όλους. Είναι σαν να ετοιμάζουμε από το μηδέν μία νέα συναυλία κάθε εβδομάδα. Και μόλις τελειώνει ξεκινάμε την επόμενη».

Σπουδαία στιγμή της εκπομπής όταν φιλοξενήσατε και τον θρυλικό Έρικ Μπάρτον και παίξατε μαζί μουσική.

«Ναι, ήταν μεγάλη στιγμή για εμένα και για όλα τα παιδιά στο στούντιο. Ήταν όλοι ενθουσιασμένοι, συγκινημένοι, δεν το πιστεύανε αυτό που συνέβαινε. Χάρηκα ιδιαίτερα γιατί του άρεσε και εκείνου.

Εξαρχής είχα την ιδέα να τον ξεναγήσουμε κι εμείς στην ελληνική μουσική οπότε δέναμε τα τραγούδια όπως το The House of the Rising Sun με ένα τραγούδι του Τσιτσάνη ή το gospel που ήθελε να πει το ξεκινήσαμε με ένα ηπειρώτικο. Σε αυτά βοήθησε πολύ και ο Θωμάς Κωνσταντίνου που ήταν καλεσμένος και είχε κάνει ήδη κάποιες ηχογραφήσεις με τον Έρικ Μπάρτον, τον ήξερε και μας βοήθησε.

Ήταν μια σπάνια στιγμή. Ο Έρικ Μπάρτον είναι υπέροχος άνθρωπος. Κουβαλάει όλη αυτή τη μαγεία του μύθου που έχει ζήσει όλη την περιπέτεια του ροκ και του blues από πρώτο χέρι, αλλά είναι και ένας άνθρωπος που κουβαλάει μια θαυμαστή ηρεμία και σοφία, είναι σε κατάσταση ζεν».

Θα συνεχίσει και την επόμενη σεζόν το Μουσικό Κουτί;

«Ακόμα δεν έχω αποφασίσει τίποτα, αλλά αναρωτιέμαι τι θα μπορούσαμε να κάνουμε την τρίτη σεζόν. Θεωρώ ότι με τη δεύτερη χρονιά θα κλείσει ο κύκλος των καλλιτεχνών, εκτός και αν προκύψει κάποια άλλη ιδέα.

Φέτος έχουμε βάλει ένα καινούριο στοιχείο που είναι τα Αφιερώματα. Δηλαδή το Μουσικό Κουτί του Λουκιανού Κηλαηδόνη, του Γιώργου Ζαμπέτα και θα ακολουθήσουν κι άλλα, θα κάνουμε και στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Και αυτός είναι κι ένας τρόπος να ξαναέρθουν καλλιτέχνες που ήρθαν και πέρσι. Να τους ακούσουμε και σε άλλα τραγούδια και να τιμήσουμε και κάποιους μεγάλους δημιουργούς με αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο.

Δύο χρονιές είναι 70 εκπομπές. Που σημαίνει πάνω από 150 καλεσμένοι, κοντά στους 200. Νομίζω λοιπόν ότι κάπου εκεί εξαντλείται το οπλοστάσιό μας».

Info

Νίκος Πορτοκάλογλου- Βίκυ Καρατζόγλου – Βύρων Τσουράπης και οι “Ευγενείς Αλήτες” στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο από το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου και κάθε Σάββατο. Ώρα έναρξης: 23:15. Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ . Προπώληση: Viva.gr. Διεύθυνση: Λεωφόρος Συγγρού 143, Νέα Σμύρνη. Τηλ.: Στο 11876 και στο 210 9315600

ΠΗΓΗ