Πώς θα έμοιαζε ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος: Η «ακτινογραφία» μιας υποθετικής σύρραξης

cf80cf8ecf82 ceb8ceb1 ceadcebccebfceb9ceb1ceb6ceb5 ceadcebdceb1cf82 ceb5cebbcebbceb7cebdcebfcf84cebfcf85cf81cebaceb9cebacf8ccf82 cf80

Με τα ελληνοτουρκικά να βρίσκονται στην επικαιρότητα σχεδόν σε καθημερινή βάση εδώ και πολύ καιρό, τις τουρκικές προκλήσεις να έχουν περάσει σε «άλλο επίπεδο», και τις ζυμώσεις/ ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή μας (αλλά και όλο τον πλανήτη γενικότερα), το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής στρατιωτικής σύγκρουσης δεν φαντάζει πλέον τόσο μακρινό όσο πριν μερικά χρόνια.

Οι κρίσεις στον Έβρο και το Αιγαίο το 2020 έφεραν την ελληνική κοινωνία και κοινή γνώμη προ του φάσματος μιας, (προς το παρόν) «υβριδικής»/ ασύμμετρης μεν, απόλυτα πραγματικής δε, αντιπαράθεσης– και, αν και η Ελλάδα απέδειξε σε όλες τις περιπτώσεις πως είχε τα αντανακλαστικά, την ικανότητα και τη θέληση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά με ίδια μέσα την όποια απειλή εξ ανατολών (θέτοντας παράλληλα το ζήτημα σε ευρωπαϊκή βάση και διαμορφώνοντας συμμαχίες), δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν πως ο «ψυχρός πόλεμος» ή «μη πόλεμος» μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας θα μπορούσε κάποια στιγμή να ανεβεί σε υψηλά επίπεδα «θερμοκρασίας» με μία γενικευμένη, υψηλής έντασης σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών.

Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περί των επανειλημμένων προκλητικών δηλώσεων και κινήσεων από πλευράς του Τούρκου προέδρου Ερντογάν και της κυβέρνησής του (και του τουρκικού πολιτικού κατεστημένου γενικότερα) και οι κουβέντες περί εξοπλιστικών (νέες φρεγάτες, μαχητικά Rafale και F-35 κλπ) βρίσκονται συνέχεια στην επικαιρότητα, το «παιχνίδι» της ενημέρωσης και της ορθής αντίληψης πάνω στο θέμα γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό – ειδικά στην εποχή μας, που η διάσταση του πληροφοριακού πολέμου και της προπαγάνδας μέσω του Διαδικτύου παίζουν ακόμα σημαντικότερο ρόλο σε σχέση με το παρελθόν.

Σε αυτό το πλαίσιο, και λαμβάνοντας υπόψιν τον «βομβαρδισμό» που δέχεται ο μέσος πολίτης καθημερινά με στοιχεία, δηλώσεις, αναλύσεις κλπ – πολύ συχνά γεμάτα «περίεργες» ορολογίες και τεχνικούς όρους- το newsbomb.gr επιχειρεί να δώσει, με τη βοήθεια του Ιωάννη Μπαλτζώη, προέδρου του ΕΛΙΣΜΕ (Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών),αντιστρατήγου ε.α και κατόχου M.Sc. στη Γεωπολιτική, και του Περικλή Ζορζοβίλη, προέδρου του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφαλείας και Άμυνας, μια επιγραμματική μεν, σαφή και ακριβή (στο μέτρο του δυνατού, πάντα) εικόνα μιας ελληνοτουρκικής στρατιωτικής σύγκρουσης, με βάση τα δεδομένα όπως διαμορφώνονται σήμερα.

Υπογραμμίζουμε πως σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι να παρατεθούν «στεγνοί» αριθμοί και στοιχεία εκτός ευρυτέρου πλαισίου οι οποίοι είναι αμφίβολης πραγματικής αξίας για τον μέσο αναγνώστη, ούτε να παρατεθούν απλά διάφορα σενάρια, μα να διαμορφωθεί μια ευρύτερη και ψύχραιμη εικόνα ως προς τη φύση μιας ενδεχόμενης τέτοιας σύγκρουσης, και των παραμέτρων που θα την επηρέαζαν.

Ισορροπία ισχύος, ιεραρχία και άλλοι παράγοντες: Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα

Το ότι η Τουρκία διαθέτει αριθμητική υπεροχή σε πολλούς τομείς είναι γνωστό- όπως και οι αριθμοί που χαρακτηρίζουν τις ένοπλες δυνάμεις της κάθε χώρας, καθώς και οι τύποι των οπλικών συστημάτων που διαθέτουν, χάρη σε πολλές open source πηγές.

Από εκεί και πέρα, τώρα, τίθεται θέμα του «πλαισίου»/ context στο οποίο εντάσσονται αυτοί οι αριθμοί- και εδώ παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες, όπως το πόσο σύγχρονα και αξιόμαχα είναι τα μέσα και η κατάσταση στο εσωτερικό του στρατεύματος, το επίπεδο εκπαίδευσης, η σωστή λειτουργία της ιεραρχίας κ.ο.κ.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Μπαλτζώης υπογραμμίζει τη σημασία των δραστικών εξελίξεων στο στράτευμα της γείτονος από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και μετά, τονίζοντας πως η εκκαθάριση την οποία έκανε ο Τούρκος πρόεδρος από το 2016 και μετά επηρέασε πολύ αρνητικά την τουρκική «chain of command».

«Στην Ελλάδα υπάρχει συμπαγές στράτευμα με υψηλό φρόνημα, δεν υπάρχουν αντιδικίες, δεν υπάρχει καταπίεση ή φοβία για φυλάκιση. Υπάρχει αυτό που λέμε “esprit de corps”. Αυτό δεν ισχύει στην Τουρκία, ειδικά μετά το 2016 και το πραξικόπημα. Ο Ερντογάν έκανε εκκαθάριση, έβγαλε το στράτευμα από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (decision making). Στην Ελλάδα υπάρχει ομαλή ροή διοίκησης. Αυτό δεν ισχύει στην Τουρκία: Η απομάκρυνση τουλάχιστον 400 ανωτάτων αξιωματικών συνεπάγεται τρομακτική έλλειψη ηγεσίας. Το “chain of command” έχει διαβρωθεί, δεν υπάρχει σωστή λήψη αποφάσεων. Αυτό φαίνεται σε διάφορες στρατιωτικές καταστάσεις- είναι πολλά τα λάθη που παρατηρούνται» σημειώνει σχετικά ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Μπαλτζώης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κατάσταση που επικρατεί στην τουρκική πολεμική αεροπορία, όπου οι μαζικές απομακρύνσεις στελεχών έχουν μειώσει δραματικά την αναλογία πιλότων/ αεροσκαφών (κανονικά θεωρείται 1 προς περίπου 3, στην Τουρκία υπολογίζεται ως 1 προς γύρω στο 1,3)- και υπενθυμίζει τις επανειλημμένες αναφορές που έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς περί παρουσίας χειριστών από το Πακιστάν στις τάξεις της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας (ΤΗΚ).

Ελληνικό F-16

Επίσης, δεν μπορεί να παραβλέπεται η πορεία προς το μέλλον: Οι τουρκικές «ακροβασίες» με τους S-400 είχαν ως αποτέλεσμα την εκπαραθύρωσή της από το πρόγραμμα των F-35, στο οποίο η γείτονας είχε επενδύσει για το μέλλον της πολεμικής της αεροπορίας, ενώ πλέον υπάρχει δυσκολία και ως προς το θέμα της υποστήριξης του στόλου των τουρκικών F-16 δεδομένων των δυσκολιών στις σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Στον αντίποδα, η Ελλάδα εκσυγχρονίζει τον στόλο των δικών της F-16 στην εξαιρετικά προηγμένη έκδοση F-16V, προμηθεύεται σύγχρονα μαχητικά Rafale (τα οποία σε συνδυασμό με τον εξαιρετικά μεγάλης εμβέλειας πύραυλο αέρος – αέρος Meteor θεωρείται ότι θα αποτελέσουν «game changer» στον αέρα) και, λογικά, κάποια στιγμή στο μέλλον, θα προμηθευτεί F-35- και αυτά τη στιγμή που το μέλλον της ΤΗΚ είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά «στον αέρα» (υποτίθεται πως στηρίζεται στο εγχώριο TF-X και κατά καιρούς συζητάται η προμήθεια ρωσικών μαχητικών, μα όλα αυτά είναι ακόμα σε θεωρητικό επίπεδο). Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η τουρκική υπεροχή στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (τομέας στον οποίο θα αναφερθούμε αργότερα).

Ως προς το ναυτικό, είναι αληθές πως η Τουρκία έχει επιδιώξει συστηματικά την ενίσχυση του στόλου της με πολλές και σύγχρονες μονάδες, κάτι που, σε συνδυασμό με τους αριθμούς, συνεπάγεται ένα επίπεδο υπεροχής σε σχέση με το κατά κοινή ομολογία «γερασμένο» σε μεγάλο βαθμό ελληνικό ΠΝ– το οποίο τώρα σπεύδει να εκσυγχρονιστεί.

Στον αντίποδα, ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο κ. Μπαλτζώης, η ελληνική πλευρά έχει να αντιπαρατάξει την ποιότητα, εμπειρία και ναυτοσύνη του έμψυχου δυναμικού του ΠΝ, που διατηρεί υπεροχή έναντι του τουρκικού ναυτικού- συμπέρασμα που προκύπτει άλλωστε και έμπρακτα από την καλοκαιρινή κρίση στο Αιγαίο, όπου η Τουρκία επιχείρησε αιφνιδιασμό, για να αιφνιδιαστεί στην πράξη η ίδια από την ταχύτατη αντίδραση του ΠΝ.

«Οι Τούρκοι τώρα προσπαθούν να κάνουν ναυτικό. Δεν είναι μόνο τα οπλικά συστήματα, υπερτερούμε σε προσωπικό και ναυτοσύνη, ενώ και εμείς διαθέτουμε ιδιαίτερα οπλικά συστήματα, όπως τα υποβρύχια Type 214, τα οποία, ειδικά σε συνδυασμό με τις βαρέος τύπου τορπίλες που αποκτούμε, παρέχουν εντυπωσιακές δυνατότητες. Ακόμη, ο συνδυασμός των νησιών του Αιγαίου με τις πυραυλακάτους, που “αγκιστρώνονται” και εξαπολύουν πυραύλους, μπορεί να επιφέρει τεράστια πλήγματα στις τουρκικές προσπάθειες» σημειώνει σχετικά ο κ. Μπαλτζώης.

Όσον αφορά στον στρατό ξηράς, ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ διαβεβαιώνει πως ο ΕΣ είναι καλά εξοπλισμένος, με ισχυρό αρματικό δυναμικό, στον πυρήνα του οποίου βρίσκονται τα ελληνικά Leopard 2A6, που προορίζονται να δράσουν στον Έβρο. Ως προς τα νησιά, εκεί βρίσκονται τα παλαιά μεν, θεωρούμενα ως επαρκή δε για τα πεδία επιχειρήσεων των νησιών M48A5 MOLF- «δεν χρειάζονται πολλά άρματα για τα νησιά» σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, τονίζει ότι σημαντικό μειονέκτημα για την ελληνική πλευρά είναι η χαμηλή επάνδρωση των μονάδων, καθώς δεν βρίσκεται στο προβλεπόμενο επίπεδο– και εδώ τίθενται ζητήματα που έχουν να κάνουν με το θέμα της στρατιωτικής θητείας. «Η αύξηση της θητείας δεν λύνει το θέμα, θα έπρεπε να πάει στον ενάμιση χρόνο και να γίνεται από τα 18, όπως στο Ισραήλ. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα αυξηθεί κατά 50% η επάνδρωση. Αυτό είναι μειονέκτημά μας σε σχέση με την Τουρκία. Επίσης, η κατάσταση όπως είναι τώρα δημιουργεί πρόβλημα και στην εφεδρεία» εκτιμά σχετικά ο κ. Μπαλτζώης.

«Άνοιγμα» και διάρκεια: Οι πρώτες κινήσεις και οι στόχοι μίας σύγκρουσης, και ο χρόνος της

Ελληνική πυραυλάκατος

Ένα γενικότερο αξίωμα που θεωρείται ότι ισχύει στον σύγχρονο πόλεμο (και όχι μόνο) είναι πως αυτός που χτυπάει πρώτος έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα- ανάλογα βεβαίως και με τους στόχους που θέτει.

Υπό αυτή την έννοια, αξίζει να εξεταστεί όσο πιο αντικειμενικά γίνεται το ενδεχόμενο του «ανοίγματος» μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης: Όπως σημειώνει ο κ. Ζορζοβίλης, εξ ορισμού και λόγω γεωγραφικής διαμόρφωσης και της εγγύτητας των νησιών στις μικρασιατικές ακτές, το Αιγαίο θεωρείται πιο εύκολος στόχος για τον επιτιθέμενο.

«Το μέτωπο είναι διακεκομμένο, προφανώς ο αντίπαλος ευελπιστεί πως με ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις θα καταφέρει να απομονώσει την περιοχή ενδιαφέροντος (τέτοια σενάρια δοκιμάζονται σε ασκήσεις) ώστε να μπορέσει να περιορίσει ή να αποκόψει πλήρως τη ροή ενισχύσεων και να διαμορφώσει ευνοϊκούς συσχετισμούς» σχολιάζει σχετικά.

Οπότε αυτό σημαίνει πως ο στόχος θα ήταν αποβάσεις σε μεγάλα νησιά με στόχο την κατάληψή τους; Ένα τέτοιο σενάριο, αν και υπαρκτό φαίνεται μάλλον μακρινό.

«Πολιτικά δεν θεωρώ ότι έχει μεγάλες πιθανότητες να κάνει η Τουρκία απόβαση πχ στη Ρόδο ή στην Κρήτη, σε μεγάλα νησιά- κάπου πρέπει να υπάρχει έρεισμα για να δικαιολογηθεί μια τέτοια η ενέργεια. Οπότε περνάμε στη λίστα των Τούρκων με τα αμφισβητούμενα νησιά και βραχονησίδες, καθώς και σε διάφορα σενάρια όπως πχ η εγκατάσταση ενός πύργου κινητής τηλεφωνίας σε κάποιο νησί χωρις να το αντιληφθούμε έγκαιρα (προκειμένου να δείξουν ότι πρόκειται υποτίθεται για τουρκικό έδαφος) ή ακόμα και ο αιφνιδιασμός κάποιας μικρής φρουράς. Σε μια ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, καλώς ή κακώς η πρωτοβουλία ανήκει στην Τουρκία» υπογραμμίζει ο κ. Ζορζοβίλης.

Σε παρόμοιο πλαίσιο κινείται και η εκτίμηση του κ. Μπαλτζώη: «Δύσκολα θα επιχειρούσαν να πάρουν κάποιο μεγάλο νησί- θα στόχευαν μικρά νησιά και βραχονησίδες. Εάν είναι ακατοίκητα, η ελληνική αντίδραση θα είναι η ισοπέδωσή τους. Εάν είναι κατοικημένα, δεν πρέπει να είναι μεγάλα, και εκεί θα υπάρξει σύγκρουση, βομβαρδισμοί στις αποβάσεις κλπ. Σε αυτή την περίπτωση η αντίδρασή μας θα ήταν επιθετική ενέργεια στον Έβρο…κι εμείς μπορούμε να μπούμε στον Έβρο και να πάρουμε δικά τους νησιά. Το δόγμα είναι πως θα απαντήσουμε με όλα τα μέσα με σκοπό να πάρουμε κάτι τουρκικό για διαπραγμάτευση».

Όσον αφορά στη διάρκεια, τόσο ο κ. Μπαλτζώης όσο και ο κ. Ζορζοβίλης κάνουν λόγο για μια σύγκρουση σύντομης διάρκειας και μεγάλης βιαιότητας που μάλλον θα σταματήσει λόγω επέμβασης «τρίτων» παραγόντων, όπως οι ΗΠΑ και η ΕΕ, προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Ως εκ τούτου, η τουρκική επιδίωξη φαίνεται να προσανατολίζεται περισσότερο σε μια «σημειακή» σύγκρουση– ωστόσο ο κ. Μπαλτζώης υπογραμμίζει τις δεσμεύσεις της ελληνικής ηγεσίας πως δεν πρόκειται να υπάρξει κάτι τέτοιο: «Δεν υπάρχει σημειακή κρίση: Ξεχάστε ότι μια κρίση θα παραμείνει, για παράδειγμα, στο Καστελόριζο, θα έχουμε γενική ανάφλεξη παντού…η κρίση λόγω ΝΑΤΟ εκτιμώ ότι δε θα διαρκούσε πολύ, ίσως μερικές ημέρες ή μια εβδομάδα. Δεν θα ήταν σημειακή, ολοκληρωτική σύγκρουση: Θα έχουμε εκατέρωθεν βομβαρδισμούς πιθανώς και στα μετόπισθεν των επιχειρήσεων, πχ σε υποδομές ή έργα στρατιωτικής και γενικότερης αξίας (λιμάνια, γέφυρες κλπ)».

Επίσης, είναι πάντα υπαρκτό το ενδεχόμενο μιας ανάφλεξης από ατύχημα ή κάποια σύμπτωση. Όπως υπογραμμίζει πάντως ο κ. Ζορζοβίλης, σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρήσει το «απονενοημένο», και πάει για μια γενικευμένη σύρραξη εξαρχής, «έχεις ένα πολύ πιθανό σενάριο να προσβληθούν το συντομότερο δυνατό χρόνο όσο περισσότερες ελληνικές δυνάμεις σε περιοχή ενδιαφέροντος, για να περιοριστεί η δυνατότητα της χώρας να απαντήσει, η πολιτική βούληση για αντίδραση και το ηθικό- για παράδειγμα να δεις ταυτόχρονα πλήγματα σε πολλές περιοχές, τι σημαίνει για τον τοπικό πληθυσμό, για εμάς στην Αθήνα- αυτομάτως αρχίζουν να ενεργοποιούνται κάποια αντανακλαστικά».

Ωστόσο, ακόμα και έτσι θα χρειάζονταν κάποιες προετοιμασίες από την τουρκική πλευρά- με κινήσεις στρατευμάτων κλπ, και αυτές θα ήταν μάλλον δύσκολο να περάσουν απαρατήρητες από την ελληνική πλευρά, ειδικά σε περίπτωση που η Τουρκία επιδιώξει να πραγματοποιήσει ένα προληπτικό πλήγμα με μαζικές προσβολές. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές αντιδράσεις στις πρόσφατες κρίσεις επιτρέπουν έναν βαθμό αισιοδοξίας, καθώς οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις κινητοποιήθηκαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, με μεγάλη διασπορά δυνάμεων και υψηλή επιφυλακή, παρά τις συνθήκες που έχουν διαμορφώσει τα 10 χρόνια των μνημονίων.

Ως προς την Κύπρο, ο κ. Μπαλτζώης εκτιμά πως πιθανότατα θα υπήρχαν επιχειρήσεις και εκεί (εκτός εάν η Τουρκία βρεθεί ταυτόχρονα και μπροστά σε άλλα μέτωπα, με αποτέλεσμα τη διάσπαση των δυνάμεών της), δεδομένου πως η τουρκική πλευρά διατηρεί ένα σώμα στρατού εκεί. Ο τουρκικός στόχος εκεί, όπως σημειώνει, θα ήταν πιθανότατα η δημιουργία θυλάκων για απασχόληση σε τοπικό επίπεδο, προκειμένου να διαμορφωθεί μια συμφέρουσα κατάσταση -και όχι γενικευμένη ενέργεια με στόχο την κατάληψη του υπόλοιπου νησιού.

Η μορφή της σύγκρουσης

Zubr

Και φτάνοντας στο «δια ταύτα», δηλαδή τη μορφή που θα είχε μια ελλητουρκική σύγκρουση την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μια σύγκρουση «near-peer competitors» δηλαδή τακτικών δυνάμεων αντίστοιχων δυνατοτήτων, το πρώτο που οφείλει να κατανοήσει κανείς είναι πως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά σε σχέση με τις εικόνες του 1940 ή ακόμα και του Πολέμου του Περσικού Κόλπου ή ακόμη και των καθημερινών «dogfights» (κλειστών εικονικών αερομαχιών) στο Αιγαίο που έχει μεγάλη μερίδα του κοινού. Δεδομένων των μεγάλων βεληνεκών και των προηγμένων συστημάτων, δεν πρόκειται να υπάρξουν «ναυμαχίες της Λήμνου/ Έλλης» όπως στους Βαλκανικούς Πολέμους ή κάτι ανάλογο- μα οι συγκρούσεις θα εξελίσσονται ενιαία σε ολόκληρα τα μέτωπα επιχειρήσεων.

«Θα μιλάμε για μάχη σε όλο το φάσμα του Αιγαίου, και θα μπορεί να φτάσει στην ανατολική Μεσόγειο, νότια και ανατολικά της Κρήτης…και δεν θα είναι “κλειστός” πόλεμος, μα πόλεμος επαφών αεροπορίας και ναυτικού, θα βλέπονται μόνο στα ραντάρ. Μόνο ο στρατός ξηράς θα κάνει μάχη “εκ του συστάδην”. Σε περίπτωση που υπάρξει σύγκρουση με χτύπημα από την Τουρκία, εκτιμάται ότι η αντίληψη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων θα είναι αρχικά αμυντική απορρόφηση και επιθετική επιστροφή- με επιθετικές επιχειρήσεις πιθανότατα στον Έβρο, όπου οι μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες μονάδες μας είναι πολύ καλά εκπαιδευμένες, με εξαιρετικές ηγεσίες. Μια τουρκική επιθετική ενέργεια εκεί θα εστιαζόταν μάλλον στο προγεφύρωμα του Κάραγατς, όμως και εκεί υπάρχουν μέτρα από ελληνικής πλευράς» σημειώνει ο κ. Μπαλτζώης- τονίζοντας πως, με βάση τις νέες θεωρίες του πολέμου η δύναμη πρέπει να επιχειρεί σε συνδυασμό με τον χώρο που ενεργεί:

«Πρέπει να υπάρχει συνδυασμός οπλικών συστημάτων με τον χώρο, και αυτή πρέπει να βοηθάται με σταθερές…πχ το Αιγαίο δεν είναι μόνο ναυτικό και αέρας, είναι και τα συστήματα εδάφους, είναι τα ίδια τα νησιά, ως κρυψώνες. Αυτό είναι το αποκαλούμενο χωρικό πεδίο μάχης, όπου όλα αλληλεπιδρούν το ένα με το άλλο. Αυτή η αντίληψη μας παρέχει πλεονέκτημα στο Αιγαίο, σε επίπεδο ναυτικού και αεροπορίας».

Ο κ. Ζορζοβίλης υπογραμμίζει την ανάγκη, με βάση τα σημερινά δεδομένα του πολέμου, να υπάρχει διαχείριση όλου του Αιγαίου σαν ένα ενιαίο πεδίο μάχης- «πχ αν προσβληθεί ένα νησί να μπορεί να υποστηριχθεί από άλλα νησιά με βάση τα βεληνεκή όπλων, δυνατότητες αναγνώρισης. Πρώτα βλέπουμε, παρατηρούμε, μετά προσανατολιζόμαστε, αποφασίζουμε και ενεργούμε. Αυτός που κατορθώνει και επιταχύνει αυτόν τον κύκλο στο τέλος προκαλεί ανισορροπία στον αντίπαλό του. Οπότε τα νησιά του Αιγαίου πρέπει να είναι ένας χώρος- νησιά, πλοία, υποβρύχια, αεροπλάνα το καθένα είναι ένα δομικό στοιχείο ενός ιστού ο οποίος παρατηρεί, εντοπίζει, αναγνωρίζει, στοχοποιεί και προσβάλλει. Κι ακόμα και αν χαθούν κάποια από αυτά το υπόλοιπο αναδιαμορφώνεται ώστε να καλύψει τις απώλειες».

Όσον αφορά στη διαθεσιμότητα μέσων, αυτό που εκτιμάται είναι πως Ελλάδα και Τουρκία θα χρησιμοποιούσαν, χωρίς περιστροφές, τα πάντα. «Όταν έχεις διαθεσιμότητα μέσων, η τάση του καθενός, ακόμα και σε ανθρώπινο επίπεδο, είναι να ρίξεις ό,τι περισσότερα έχεις» σημειώνει ο κ. Ζορζοβίλης- υπογραμμίζοντας τα συμπεράσματα από τον μακρινό σήμερα Πόλεμο του Κόλπου, που εξέπληξαν τους παρατηρητές:

«Διαπιστώθηκε ότι οι καταναλώσεις σε καύσιμα και πυρομαχικά ήταν πολύ υψηλότερες από αυτές που ανέμεναν για μια συμβατική σύγκρουση υψηλής έντασης με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Οπότε για να ανταποκριθείς σε τέτοια κατάσταση θες μεγάλο βάθος σε αποθέματα, καθώς και βιομηχανικές υποδομές. Οι κλειστές αερομαχίες μπορεί να θεωρούνται ξεπερασμένες χάριν BVR (Beyond Visual Range- με τα αεροσκάφη να εκτοξεύουν τα βλήματά τους από μεγάλες αποστάσεις, χωρίς να εμπλέκονται σε κλειστές αερομαχίες), ωστόσο θα μπορούσαμε να αρχίσουμε από ΒVR και πλήγματα μεγάλης απόστασης με κατευθυνόμενα όπλα, μα αν κρατήσει αρκετές μέρες, δεν ξέρουμε τι αποθέματα έχουμε, οπότε και θα πέσουμε στα υποδεέστερα. Είναι φυσικό επακόλουθο».

Ο ρόλος των συμμαχιών

Ως προς το πλέγμα των συμμαχιών που διαμορφώνει η Ελλάδα, καλλιεργείται εσφαλμένα σε μεγάλη μερίδα του κοινού η αντίληψη πως σημαίνουν ότι ξένες δυνάμεις θα έπρεπε να έρθουν να πολεμήσουν για να υπερασπιστούν την ελληνική επικράτεια. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν είναι κάτι τέτοιος ο σκοπός, ούτε αυτό που θα γινόταν υπό συνθήκες μιας τέτοιας σύγκρουσης.

Εξηγώντας τη χρησιμότητα των συμμαχιών σε στρατιωτικό πλαίσιο, ο κ. Μπαλτζώνης εξηγεί ποιο θα μπορούσε να είναι το πρακτικό αντίκρισμα: «Τα ΗΑΕ, για παράδειγμα, τα οποία εξελίσσονται σε μεγάλη στρατιωτική δύναμη, θα μπορούσαν να βοηθήσουν ποικιλοτρόπως, βλέποντας πχ αεροπλάνα των ΗΑΕ στην ανατολική Μεσόγειο- ή, για παράδειγμα, ισραηλινά υποβρύχια να κάνουν απομόνωση περιοχής σε κάποιες ζώνες, ή ισραηλινά drones και ισραηλινούς δορυφόρους να παρέχουν στην ελληνική πλευρά πληροφορίες. Τέτοιου είδους βοήθεια θέλουμε- όχι πχ Ισραηλινούς κομάντος να πυροβολούν στον Έβρο: Πληροφορίες, δεδομένα στόχευσης, απαγόρευση περιοχής αν χρειαστεί πχ με ασκήσεις. Εκτιμώ ότι τα ΗΑΕ θα βοηθιούσαν και με κάτι παραπάνω, λόγω ρήτρας αμυντικής συνδρομής».

Επίσης, ο κ. Μπαλτζώης αναφέρεται και στις εξελίξεις με τη Σαουδική Αραβία για την αποστολή των ελληνικών Patriot: «Θα μπορούσε να υπάρξει έμπρακτη ανταπόδοση- για παράδειγμα σε περίπτωση που χρειαστούν βλήματα, θα μπορούσαμε να προμηθευτούμε από αποθέματα φιλικών σε εμάς χωρών, με ευνοϊκούς όρους».

Στο ίδιο πλαίσιο,ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ υπογραμμίζει πως «Το Plan B των Αμερικανών λέγεται “δημοκρατικές χώρες της περιοχής- Ελλάδα- Κύπρος Ισραήλ. Κάνουν μακροπρόθεσμες γεωστρατηγικές επενδύσεις στην Ελλάδα, τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Ισραηλινοί. Η επένδυση των Αμερικανών στην περιοχή είναι η Ελλάδα…δεν θα προέβλεπα να αφήνουν τους Τούρκους να κάνουν μακράς διάρκειας επιχειρήσεις. Αν το έκαναν, θα ήταν για μερικές ημέρες, μα μετά η Τουρκία θα καταστρεφόταν όπως την ξέρουμε. Ισραηλινοί αξιωματούχοι λένε ότι χτίζουμε τείχος ασφαλείας ενάντια στην τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητας- και η Ελλάδα για αυτό ακριβώς επενδύει στην περιφερειακή ασφάλεια, και μέχρι τώρα τα βήματά μας δείχνουν ότι είμαστε στη σωστή κατεύθυνση».

Drones και άλλα σύγχρονα δεδομένα

Ένας σημαντικός παράγοντας στις πρόσφατες στρατιωτικές συγκρούσεις στις οποίες ενεπλάκη η Τουρκία ήταν η ευρεία χρήση drones: Η γείτονας έχει επενδύσει σημαντικά στον τομέα αυτό, και ως εκ τούτου τίθενται ερωτηματικά ως το κατά πόσον θα επηρέαζαν μια ελληνοτουρκική σύγκρουση.

Αναλύοντας το θέμα αυτό, ο κ. Ζορζοβίλης υπογραμμίζει πως «σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες στον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ οι Αρμένιοι ηττήθηκαν επειδή δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τα drones, δεν είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία. Με συνεχείς πτήσεις (και πριν τη σύρραξη) τα drones συνέλεγαν δεδομένα στόχων. Είχαν προετοιμασμένες θέσεις βολής, εγκαταστάσεις, πιθανούς χώρους συγκέντρωσης στρατευμάτων, αποθήκες. Οπότε όταν ξεκίνησε η σύγκρουση, τα προσέβαλαν με πυρά και παρέλυσαν τον αντίπαλο».

Ως προς το θέμα αυτό, ο κ. Μπαλτζώης σημειώνει πως το ζήτημα αυτό έχει όντως προκαλέσει ανησυχία στην ελληνική πλευρά, καθώς όντως τα drones θα μπορούσαν να αποτελέσουν «gamechanger», καθώς θα ήταν σε θέση να πλήξουν «αγκιστρωμένες» ελληνικές πυραυλακάτους, ραντάρ κ.ο.κ. Ωστόσο, όπως διαβεβαιώνει, εξετάζεται ήδη από την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, και μάλιστα υπάρχει σημαντική δραστηριότητα στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας με το Ισραήλ. «Υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης, δεν θα γινόμασταν Ναγκόρνο Καραμπάχ», σχολιάζει χαρακτηριστικά.

Στο ευρύτερο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών, πάντως, ο κ. Ζορζοβίλης υπογραμμίζει την ανάγκη για μια νέα αντίληψη των πραγμάτων συνολικά, δεδομένης της αύξησης της φονικότητας των όπλων: «Σήμερα με την τεχνολογία δεν χρειάζεται να συγκεντρώνεις δυνάμεις, αρκεί να συγκεντρώσεις τα αποτελέσματα επί του εχθρού. Με τα καινούρια βλήματα πυροβολικού, τους πυραύλους, τα συστήματα επιτήρησης-αναγνώρισης- στοχοποίησης, μπορείς να προσβάλεις τον αντίπαλο από μεγάλη απόσταση ταυτόχρονα από σημεία που γεωγραφικά μπορεί να είναι απομακρυσμένα. Αυτή είναι η θεωρία της σμήνωσης (swarming): Οι δικές μας δυνάμεις να είναι διεσπαρμένες για μικρότερο στόχο, μα να μπορούν να συγκεντρώσουν τα αποτελέσματα όπου επιθυμεί ο κάθε διοικητής».

Αναφερόμενος στο θέμα των εξοπλισμών γενικότερα, ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφαλείας και Άμυνας υπογραμμίζει ότι «είμαστε σε μεταβατική περίοδο. Φεύγουμε από την εποχή της πλατφόρμας και εκμεταλλευόμαστε το Internet of Things: Fανταστείτε ένα στρατιωτικό ΙoΤ. Τα κόστη των πλατφορμών είναι τεράστια, και τα αντιμετωπίζουν όλες οι ένοπλες δυνάμεις παγκοσμίως. Πχ, ήδη υπάρχουν προγράμματα για μη επανδρωμένα αεροσκάφη που θα συνοδεύουν μαχητικά. Η ανάπτυξη αυτών είναι μα σοβαρή ένδειξη πως πλέον δεν αντέχεται το κόστος. Και συνεπώς, επειδή θα πρέπει να σχεδιάζουμε για 20 -30 χρόνια θα πρέπει να μπούμε σε διαδικασία αυτή- να υπάρχουν λιγότερα επίπεδα διοίκησης, επιταχύνοντας τον κύκλο observe-orientate-decide-act (ΟΟDA) που είχε περιγράψει ο Αμερικανός σμήναρχος Τζον Μπόιντ. Αλλιώς δεν μπορείς οικονομικά να ανταπεξέλθεις».

«Άρα θα πρέπει να φύγουμε από την πλατφόρμα και να πάμε σε μια προσέγγιση με μείγμα επανδρωμένων και μη επανδρωμένων, που θα επιχειρεί και σε μια διαφορετική οργανωτική δομή από σήμερα, με χαρακτηριστικό τη δυνατότητα ταχείας συγκέντρωσης αποτελεσμάτων στον αντίπαλο και την υψηλή ικανότητα απορρόφησης πληγμάτων (να μπορείς να δεχτείς απώλειες). Δηλαδή πχ αντί 4 πολύ εξελιγμένες φρεγάτες, να έχεις με το ίδιο κόστος 20 πλοία που αλληλοσυμπληρώνονται αν και δεν είναι το ίδιο εξελιγμένα. Δεν χρειάζεται να είναι τόσο πλήρη, για να έχουν χαμηλότερο κόστος και η απώλεια του ενός να μην αποτελεί σοβαρό πλήγμα. Πολλές αποστολές πλέον μπορούν να είναι από μη επανδρωμένα, πχ ναρκοπόλεμος.

Επίσης, για τα νέα μέσα που αγοράζουμε, θα ήταν μέγα λάθος πχ να εξαντλήσουμε τα Rafale που αγοράζουμε σε καθήκοντα αναχαιτίσεων- ή τα πιθανά F-35. Το ίδιο ισχύει και για τις φρεγάτες, δεν μπορούν να εξαντλούνται σε σκοπούν. Θα πρέπει κάπως αυτό να το δούμε διαφορετικά.Αναγκαστικά πρέπει να μπούμε σε άλλη λογική- αλλά η χώρα μας, δεδομένου ότι δεν έχει ήδη υπάρχουσα αμυντική βιομηχανία παραδοσιακού τύπου, θα μπορούσε να υιοθετήσει μια τέτοια νέα προσέγγιση, εκμεταλλευόμενοη τις ήδη υπάρχουσες βιομηχανικές, αμυντικές και ερευνητικές δυνατότητες. Άλλωστε το να φτιάξεις μη επανδρωμένα σκάφη, δεν είναι τόσο θέμα πλατφόρμας όσο software. Η χώρα μας έχει τέτοιες δυνατότητες και μπορεί να αποκτήσει, μπαίνοντας έτσι στην επόμενη τεχνολογική επανάσταση».

Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newsbomb.gr.

ΠΗΓΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *