Dead Can Dance: Οι νομάδες της μουσικής που αγαπούν το ρεμπέτικο στο CNN Greece

O Μπρένταν Πέρι, δημιουργός των Dead Can Dance, μιλάει στο…

dead can dance cebfceb9 cebdcebfcebcceacceb4ceb5cf82 cf84ceb7cf82 cebccebfcf85cf83ceb9cebaceaecf82 cf80cebfcf85 ceb1ceb3ceb1cf80cebfcf8d
facebookbrendan perry dead can dance

Οι Dead Can Dance μετράνε ήδη κάτι παραπάνω από 40 χρόνια μιας γεμάτης και επιτυχημένης μουσικής πορείας που δεν γνωρίζει σύνορα και γλώσσες.

Μιλώντας με τον Μπρένταν Πέρι, αρχηγό των Dead Can Dance, θέλησα να μάθω τι θα έκανε διαφορετικά αν ξεκίναγε σήμερα το συγκρότημα, αλλά και πώς θα εξηγούσε ο ίδιος τη μουσική τους σε κάποιον που δεν τους έχει ακούσει ποτέ.

Ο Μπρένταν μού μίλησε επίσης για την περίοδο του lockdown και πόσο τον επηρέασε αλλά και για τον αγγλόφωνο δίσκο με πασίγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια που κυκλοφόρησε την προηγούμενη χρονιά. Άλλωστε όσοι ακολουθούν τους Dead Can Dance γνωρίζουν όχι μόνο τη βαθιά αγάπη που έχουν στην Ελλάδα αλλά και ότι ο Μπρένταν Πέρι είναι ένας δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Ο ίδιος γνωρίζει να παίζει επίσης, τζουρά και μπαγλαμαδάκι, ενώ απολαμβάνει να ερμηνεύει επί σκηνής ρεμπέτικα τραγούδια σε άπταιστα ελληνικά.

Σε λίγο καιρό μάλιστα θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τους Dead Can Dance ξανά στην Ελλάδα για δύο συναυλίες και συγκεκριμένα στις 19 (Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ΚΠΙΣΝ) και στις 21 Μαΐου (Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης).

– Μπρένταν, θα ξεκινήσω την κουβέντα μας από τη σύνθεση των Dead Can Dance για το μικρού μήκους φιλμ «Mushin» του Γκράχαμ Γουντ.

«Η ιδέα ξεκίνησε αρκετά χρόνια πριν, τη δεκαετία του ’90. Με τη δισκογραφική μου εταιρεία θέλαμε να κάνουμε ένα βίντεο. Ο φίλος μου ο Γκράχαμ Γουντ, που επιμελήθηκε το εξώφυλλο του άλμπουμ μου, ενδιαφερόταν τότε για τον βουδισμό. Έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε ένα βίντεο μαζί, ένα καλλιτεχνικό φιλμ. Ξεκινήσαμε να το δουλεύουμε, η ταινία ολοκληρώθηκε, αλλά χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο δεν βγήκε στον αέρα, έμεινε στο συρτάρι για χρόνια. Αυτό όμως μέχρι πρόσφατα που αποφάσισα να ολοκληρώσω το μουσικό θέμα και να το βγάλω στη δημοσιότητα».

– Τι σημαίνει «Mushin»;

«Mushin σημαίνει χωρίς μυαλό, χωρίς νου. Είναι ο γνωστός βουδιστικός όρος “ζεν”, που σημαίνει την ικανότητα να κλείνεις έξω από το μυαλό σου ό,τι σε ενοχλεί και σε δυσαρεστεί με στόχο να επικεντρωθείς στην ψυχή σου, στον εσωτερικό σου κόσμο. Έχει να κάνει πολύ και με το διαλογισμό αυτό. Μετά τους πολέμους των Σαμουράι στην Ιαπωνία πολλές από τις στρατιωτικές φόρμες υιοθετήθηκαν από τους βουδιστές καλόγερους που τις μετέτρεψαν σε πηγές διαλογισμού, βαθμίδες και κινήσεις. Ο τοξοβόλος στο βίντεο έχει να επεξεργαστεί και να αναμετρηθεί με αυτές τις περίπλοκες θεωρίες των βημάτων του διαλογισμού».

– Τα lockdown λόγω πανδημίας, έδωσαν την ευκαιρία σε αρκετούς, να… αναμετρηθούν με τον εαυτό τους. Πόσο σε επηρέασε αυτή η περίοδος;

«Για εμένα προσωπικά η δημιουργική διαδικασία απαιτεί απομόνωση. Συνηθίζω να δουλεύω μόνος, η φύση της δουλειάς μου είναι ενδοσκοπική. Έτσι έχω μάθει. Κάθε πρότζεκτ χρειάζεται έρευνα, κατανόηση, μελέτη της παράδοσης και της ιστορίας, μελέτη παραδοσιακών οργάνων όπως είναι τα ελληνικά. Για παράδειγμα, για να μάθω να παίζω μπουζούκι, τζουρά, μπαγλαμαδάκι έπρεπε να μελετήσω.

Η πανδημία λοιπόν για εμένα δεν άλλαξε και πολλά πράγματα όσον αφορά την απομόνωση. Ούτε με επηρέασε. Ήμουν στην εξοχή, μακριά από το κέντρο της πόλης, όπου έχω και έναν μεγάλο κήπο. Όμως καταλαβαίνω τι εννοείς γιατί έχω φίλους που βγήκαν σε αναστολή εργασίας και ξαφνικά βρέθηκαν να έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο ή αναγκάστηκαν να δουλεύουν από το σπίτι. Αναγκάστηκαν να αλλάξουν τρόπο ζωής και για να γεμίσουν τον χρόνο τους αγόρασαν κιθάρες ή άλλα μουσικά όργανα και ξεκίνησαν να μάθουν να παίζουν. Πολλοί στράφηκαν προς τον διαλογισμό, τη γιόγκα, και σε πράγματα που αφορούσαν την ενδοσκόπηση. Όλα αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή τα τελευταία δύο χρόνια».

Ανέφερες την Ελλάδα και τα ελληνικά μουσικά όργανα. Γνωρίζω ότι αγαπάς τη ρεμπέτικη μουσική όπως και ότι έχεις ερμηνεύσει ρεμπέτικα τραγούδια στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα πολύ καλά, ενώ εν μέσω πανδημίας κυκλοφόρησες το άλμπουμ «Songs of Disenchantment – Music From The Greek Undeground», αφιερωμένο στο ρεμπέτικο.

«Αγαπώ και μελετώ την ελληνική μουσική. Έχω περίπου 6.000 τραγούδια, πολλά βιβλία, μελέτες και εγχειρίδια και πολλά παραδοσιακά μουσικά όργανα. Πάντα με μάγευε γιατί δεν υπήρχαν μεταφράσεις για τα ελληνικά παραδοσιακά όργανα ή ηχογραφήσεις σε άλλες γλώσσες εκτός από τα ελληνικά. Ήταν λοιπόν μια πρόκληση για εμένα να κάνω αυτό το άλμπουμ. Είδα συναυλίες, μελέτησα τη μουσική, τους στίχους των τραγουδιών εκείνης της περιόδου και αποφάσισα ότι το αγγλόφωνο κοινό πρέπει να μάθει για αυτά, για τη φύση των τραγουδιών αυτών και τι αφορούσαν. Ξέρω πολλούς που έχουν ακούσει ρεμπέτικη μουσική αλλά δεν έχουν την παραμικρή ιδέα περί τίνος πρόκειται.

Έτσι θεώρησα ότι θα είναι ένα καλό πρότζεκτ κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Για πολύ καιρό δεν επρόκειτο να κάνουμε καμία περιοδεία και καθώς έχω πάθος να κάνω έρευνα για πράγματα που αγαπώ, για έξι μήνες περίπου, έψαξα όπου μπορούσα: ταινίες, λογοτεχνία, μουσική, τα πάντα. Ένας Έλληνας φίλος μού έκανε μεταφράσεις από τα ελληνικά στα αγγλικά και έτσι ξεκίνησα να μαθαίνω μπουζούκι. Έμαθα να παίζω δέκα τραγούδια από μια μακρά λίστα. Ο στόχος είναι συστήσω αυτή τη μουσική σε ένα πιο ευρύ αγγλόφωνο κοινό».

– Την τελευταία φορά στην Ελλάδα παίξατε κάτω από την Ακρόπολη, στο Ηρώδειο. Κάτι που προσωπικά εσύ ήθελες πάρα πολύ. Ήταν μια μαγευτική βραδιά για εμάς, όμως ποια τα δικά σου συναισθήματα και οι εντυπώσεις;

«Είναι ένα μοναδικός χώρος το Ηρώδειο, με βαριά ιστορία και μοναδική ενέργεια και ατμόσφαιρα. Το να παίζεις κάτω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης είναι μοναδικό. Ναι, ήταν μια πολύ όμορφη βραδιά. Ωστόσο η δική μου αγαπημένη μας συναυλία ήταν όταν παίξαμε στο θέατρο του Λυκαβηττού ρεμπέτικα τραγούδια. Και αυτό ήταν πολύ ξεχωριστό και μοναδικό για εμένα, γιατί ο κόσμος τραγουδούσε μαζί μας. Υπήρχε λοιπόν μια υπέροχη “γέφυρα” επικοινωνίας ανάμεσα σε εμάς και το ελληνικό κοινό».

– Μετράτε ήδη 40 χρόνια ως μουσικό σχήμα. Αν υποθέσουμε ότι ξεκινάγατε σήμερα, τι θα κάνατε διαφορετικά;

«Τόσα πολλά πράγματα! (γέλια). Δεν ξέρω από πού να αρχίσω! (γέλια). Όταν ξεκινάς και είσαι νέος, κάθε βήμα σου είναι ένα μάθημα και μια μεγάλη εμπειρία. Είναι αναπόφευκτο να κάνεις λάθη, να μην κάνεις πράγματα με σωστό τρόπο ή να μην κάνεις τη σωστή παραγωγή στο πρώτο σου άλμπουμ κλπ. Όλα αυτά λοιπόν είναι μέρος του παιχνιδιού. Παράλληλα αυτό σε κάνει πιο δυνατό και να μαθαίνεις πιο γρήγορα, άλλωστε μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Πρέπει να κάνουμε λάθη, είναι κομμάτι της εκπαίδευσής μας σε οτιδήποτε. Και βέβαια το θετικό είναι να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη μας. Από αυτή τη σκοπιά δεν θα άλλαζα κάτι, όλα έγιναν για κάποιο λόγο. Το σύμπαν, ο Θεός ή κάποια ανώτερη δύναμη, ήξεραν γιατί στα έφεραν μπροστά σου. Δεν νομίζω ότι θα άλλαζα κάτι».

– Θέλω να αναφερθώ στο τελευταίο σας άλμπουμ, «Dionysus». Ισχύει ότι αρχικά, η Λίζα Τζέραρντ δεν ήθελε να τραγουδήσει στο άλμπουμ;

«Ναι, ισχύει. Νομίζω ότι δεν είχε καταλάβει ακριβώς το κόνσεπτ του άλμπουμ. Η Λίζα έχει τους δικούς της χριστιανικούς κανόνες και θρησκευτική πίστη. Έτσι δεν νομίζω ότι κατάλαβε ακριβώς το θέμα. Οτιδήποτε έξω από τον Θεό, οτιδήποτε παγανιστικό, αποτελεί πρόβλημα για εκείνη, όπως και οτιδήποτε πριν τον Χριστό. Στην αρχή λοιπόν ήταν αρκετά δύσκολο να την πείσω για αυτό το άλμπουμ που βασίζεται στον Διόνυσο, τον μύθο του, τους Σάτυρους κλπ. Έπρεπε να την προσεγγίσω διαφορετικά, να της μιλήσω για τη φύση η οποία ήταν και η βασική μου έμπνευση και να της εξηγήσω την Απολλώνια και Διονυσιακή λατρεία. Αν το σκεφτείς τώρα, καταλαβαίνεις ότι η Λίζα έκανε μια υπέρβαση. Θα με ενδιέφερε να μάθω τι σκέφτεται τώρα. Όπως και να έχει, ο καθένας καλλιτεχνικά προσπαθεί να κάνει το καλύτερο που μπορεί».

– Πώς θα προσδιόριζες και θα εξηγούσες τη μουσική σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τους Dead Can Dance;

«Είναι σαν να προσπαθείς να εξηγήσεις σε έναν τυφλό άνθρωπο πώς μοιάζει η καμήλα ή η καμηλοπάρδαλη. Ο καλύτερος τρόπος για να εξηγήσουμε σε κάποιον, είναι να παίξουμε τη μουσική μας και να την ακούσει. Επίσης η μουσική μας αλλάζει με το πέρασμα των χρόνων, έχουμε άλλες επιρροές και ερεθίσματα, προσεγγίζουμε διαφορετικές μουσικές περιόδους της ιστορίας ή τόπους. Είμαστε νομάδες της μουσικής και κάθε φορά μάς αρέσει να εξερευνούμε καινούρια μουσικά μονοπάτια. Αυτό που έχω μάθει στη ζωή μου είναι ότι μουσική είναι μια επανάσταση. H μουσική μας έχει οικουμενικότητα. Για αυτό επιλέξαμε αυτή την τέχνη. Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα που μπορεί να την καταλάβει ο κάθε λαός. Είναι πέρα από έθνη, σύνορα και γλώσσες. Το μήνυμά της είναι παγκόσμιο και οικουμενικό. Εμείς εστιάζουμε σε αυτά που ενώνουν τους λαούς, στα κοινά τους στοιχεία και όχι σε αυτά που τους χωρίζουν. Σε αυτό που κάνουμε θέλουμε να υπάρχει μια καθολικότητα, η μουσική μας αντικατοπτρίζει αλλά και εμπνέεται από διαφορετικές κουλτούρες, παραδόσεις και πολιτισμούς».

– Ισχύει ότι στα προσωπικά σου σχέδια υπάρχει και ένα περισσότερο κλασικό άλμπουμ;

«Σωστά. Είναι ένα από τα πράγματα που θέλω να κάνω στο μέλλον. Ένας δίσκος με κλασικά όργανα και ορχήστρα. Eπίσης βρισκόμαστε ακόμα σε αρχικό στάδιο για ένα καινούριο άλμπουμ των Dead Can Dance και η Λίζα είναι πολύ ενθουσιασμένη. Πρώτον γιατί θα είναι ελεύθερη να εκφράσει τον εαυτό της ερμηνευτικά, αλλά εμπλέκεται και δημιουργικά. Δεν θα βασιστούμε στην πολυφωνία αλλά στη μονοφωνία με μελωδικά όργανα. Η επιρροή μου προήλθε από την ινδική κλασική μουσική και τα παραδοσιακά έγχορδα όργανα, όπως οι ταμπουράδες. Θα είναι ένας συνδυασμός ρυθμού και διαλογισμού, αρμονίας και πολυπλοκότητας».

– Τον Μάιο επιστρέφετε και πάλι στην Ελλάδα. Τι θα ακούσουμε στις συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη;

«Είχαμε στη διάθεσή μας έναν ολόκληρο χρόνο να φτιάξουμε τη set-list των τραγουδιών. Θα παίξουμε τραγούδια από το παρελθόν με διαφορετική ενορχήστρωση και προσέγγιση. Έχουμε έξι τραγουδιστές μαζί μας οπότε δίνουμε μεγάλο βάρος στη φωνή. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά θα έλεγα. Θα πατήσουμε σε νέες μουσικές περιοχές και τραγούδια που μπορεί να ήταν τρία λεπτά, τα έχουμε κάνει επτά! Θα ακούσετε γνωστά πράγματα όπως δεν τα έχετε φανταστεί!».

ΠΗΓΗ